Μ ότι μέσον έχει κανείς ταξιδεύει.
Σε ξηρά και σε θάλασσα.
Άλλος παίρνει το τιμόνι και στοιβάζονται πίσω του πλήθος και λαός που κρέμονται μ όλο το βάρος τους, και καθόλου δεν νοιάζονται για τη δυσκολία να ευθυγραμμίσει κανείς το τιμόνι, να χαράξει δρόμο εκεί που δεν υπάρχει, και πόση δυσκολία ισορροπίας έχει όλο τούτο το βάρος.
Μονάχα φωνασκούν άσχετα, τραγουδούν ανεπίγνωστα, και πάντως ταλαιπωρούν ανενδοίαστα.
Άλλος βάζει καράβι στο νερό κι όλα τα γραπτά της ψυχής του αγκάθια τα κάνει άγκυρες, ή πανιά σ αντίθετο καιρό.
Όλα τα σχέδια της ζωής του τα κάνει ανέμους και σπεύδει να βάλει επιτέλους μια πυξίδα.
Όλα τα σχέδια της ζωής του τα κάνει ανέμους και σπεύδει να βάλει επιτέλους μια πυξίδα.
Αυτό το καράβι κουβαλάει μυστικά και θαύματα.
Δικό του είναι μαζί με τ αμπάρια του, και δύσκολα το κυβέρνησε.
Υπάρχει κι αυτός που αναπαύεται αφού εξημέρωσε την τίγρη σε ανυπεράσπιστη γάτα και την καμηλοπάρδαλη σε υποζύγιο χρήσης.
Δεν ξέρει οτι δεν μπορείς να στηρίζεσαι σ ένα πόδι και μια μηχανή.
Ποτέ δεν μπορείς να βηματίσεις έτσι, ούτε καν να καλπάσεις.
Ποτέ δεν μπορείς ν αναπτύξεις ταχύτητα.
Λειτουργούν αντίρροπες δυνάμεις που επιτυγχάνουν την ακινησία του επί του παραδόξου της συστέγασης.
Δεν συμβιβάζονται όλα!
Κι αν συμβιβαστούν, δεν μένει ολόκληρο κανένα από τα δύο μη βιώσιμα τμήματα.
Υπάρχει κι αυτός που κάθεται άνετα σε θέση ασφαλείας χωρίς κραδασμούς και δυσκολίες.
Άλλος οδηγεί, και άλλος ελέγχει τις ανέσεις.
Απαραίτητα και τα δύο.
Έχει ακούραστα και τα δύο.
Τίποτα δεν σκιάζει τον ουρανό του και τίποτα απολύτως δεν συμβαίνει ποτέ εκεί.
Ποτέ του δεν ταξίδεψε.
Ποτέ του δεν ταξίδεψε.
Αλλά αν συντονιστούν οι βηματισμοί, δύο μαζί τρέχουν καλύτερα,
κι αν κάποιος τρέχει με τα δικά του πόδια, σταματάει ή τρέχει, στρέφεται εκεί ή αλλού αλλά πάντως έχει την ευχέρεια να αλλάξει δρόμο.
Η αυθεντικότητα μπορεί να τρέχει με τα δικά της πόδια ξυπόλητα με κόπο, με ρυθμό, μ ελευθερία.
Εκείνη μπορεί όντως κάπου να φτάσει.













